Ιστορία μιας ιστορίας

Λευκό χαρτί/ μαύρα ματια/ φως που αναβοσβήνει μεσα της         
 μαύρα γραμματα /λευκό τσιγαρο/ σκοτάδι πίσω απο το φως μεσα του

Θάλασσα μεσα στις σταγόνες των δεντρων που σκεπάζουν τα όνειρά του

φυλλα μέσα στη θάλασσα που επιπλεουν τη φαντασία της.

Ανάμεσά τους δρόμοι

αμετρητοι 
σε ευθείες /καμπύλες
δρόμοι βρώμικοι
δρόμοι απάτητοι 
δρόμοι 

Συναντηση


Πολύχρωμο χαρτι/κλειστά μάτια/φως που καιγεται μεσα της

μπλέ γραμματα/διαφανη ανάσα/ αέρας που φυσάει μέσα του.

Αποχωρισμός


Δρόμοι


θάλασσα


Αγάπη.


ηρεμία

Άπιαστα όνειρα/
άπιαστα.
Βουτάτε στη λίμνη μου,
ταρακουνάτε τα νερά 
και 
με βουλιάζετε.


Όταν φοβήθηκες δεν ήρθε κανείς.
.
Δεν άκουσαν. 
.
Ούτε τους γρήγορους χτύπους του μυαλού.

Που καθως έσπαγε φανέρωνε το φως.
__________________________________

Τώρα που λάμπεις - όλοι φοβούνται. 






Κορίτσι



Όλα είναι εικόνες. 

Ενα κύμα, ένα άγγιγμα. 
Ένα χέρι που σε κρατά σταθερά κάτω απ'το κύμα. 
Για ένα δέρμα. Για έναν όρθιο ύμνο. 
Ύμνο για τη χαμένη αθωότητα. 
Μέσα στο κύμα-κάτω απ'το κύμα.

(Μία εικόνα  στο κομοδίνο του μυαλού σου. το απλωμένο χέρι για την επιφάνεια. ο νεκρός χρόνος πρίν τη πρώτη ανάσα. το μετά. και το αναπόφευκτο πρίν.Εσύ φταίς. )


Περνάει ο καιρός. 
Το κύμα εκεί.
Το χέρι γερασμένο-
και εσύ έμαθες να μή βουλιάζεις πιά.

Ακούς βαμμένα κορίτσια που τραγουδούν. 
Τα αγαπάς τα κορίτσια. 

Αυτές τις γυναίκες.
Που περπατούν πάνω στο κύμα κι έμαθαν να μή βουλιάζουν πιά.











πρώτη έκδοση



Να προλάβεις τι; ΛΕΓΕ.
Να προλάβεις τους φίλους; Δε σε υπολογίζουν. Δεν σε έχουν ανάγκη.
Να σκίζεις τη σάρκα σου  για να ζήσεις;
Και αυτή η ζωή τί θα είναι;
Θα γυρνάς ξανά και ξανά στις σκέψεις και δεν θα μπορείς να τις διαχειρισθείς. Και αυτό θα συμβαίνει κάθε μέρα- κάθε νύχτα. Και θα μεγαλώνεις. Και θα αλλάζεις τόσο λίγο που οι σκέψεις σου θα είναι πάλι αυτές.
Και κάθε λεπτό- κάθε γαμημένο λεπτό, θα αναρωτιέσαι. Τί να προλάβω; Πώς να προλάβω?
Θα ικετεύεις για κάτι άλλο, όλο και πιο πολύ. Κι όσο ικετεύεις- μέσα σου- τόσο θα απομακρύνεσαι- απο αυτό που νόμιζες πως ήταν η ζωή σου, από αυτό που έβλεπες στον ξύπνιο σου και το περνούσες για όνειρο.
Κι ακόμη ένα βράδυ θα αγαπιέσαι λάθος. 

Θα σε αγαπάς μικρή μου όπως δεν μίσησες κανέναν άλλον. 

Και θα γίνεσαι. Και θα μάθεις πώς σε φωνάζουν οι άλλοι. Και δεν θα ακούς. Τίποτα. Κανέναν. Γιατί θα ακούς μόνο τις σκέψεις σου. Εκείνες . Τις Ιδιες με τότε που ήθελες σαν ηλίθια να προλάβεις. για να μη σε προλάβουν αυτές.
Και θα ζαρώνεις, μέχρι που θα είσαι ίδια με τη θαμπή κουκίδα που νόμιζες για εικόνα όταν ήσουν ακίνητη.

Το μπλέ της πλατείας.

Θέλω το παλιό καφέ. 
Αυτό με τις μεγάλες τζαμαρίες και τα ξύλινα παλιά τραπέζια. 
Κάτω από τα μπλέ του πρώτου κτιρίου να αγκαλιάσω ξανά τις ιστορίες της πλατείας.
Να έρθεις εσύ -και όλοι οι φίλοι-να μιλήσουμε για ποιήματα, για όνειρα, για νέες ιδέες. 
Να είμαστε πάλι ενθουσιασμένοι-με το αύριο. 
Θέλω να σηκώσουμε ξανά τη ζωή μας.
Θέλω να γελάς.\Να κλαίς.
Δυνατά.

Σα να ζείς.
Αληθινά.
Οπως θα έπρεπε.

κι όχι να κρύβεσαι .

Θέλω το παλιό μας καφέ.
Αυτό που ήξερες πως θα με βρείς-για να μιλήσεις για όνειρα.

Με τα παλιά χαραγμένα τραπέζια.
Εκείνα που άλλαξαν, για να περνάει η ζωή αδιάφορα
χωρίς παλιές χαρακιές.





older posts