Ήχος σπίρτου.
μυρίζει η ψυχή θειάφι.
Τα παιδιά κοιμούνται κι εγώ στα κρυφά κλέβω μια ανάσα καπνού όπως όταν έκανα τα πρώτα μου τσιγάρα.

Ο μικρός κλαίει.

Το τσιγάρο μόνο του, στο αυτοσχέδιο τασάκι - αγχωμένα ελεύθερο- θυμάται τα όνειρα των χειλιών μου όταν έβγαινα με ορμή στη ζωή.

Είμαι παιδί- έφηβη -ζωντανή-
είμαι αυτή που φωνάζουν μαμά.

Το χθές μπλέκει το παρόν μου
ή εγώ είμαι το χθές και το σήμερα δεν μπορεί να με αφομοιώσει.



Θυμάμαι εκείνα τα βράδια με ζωή.

έσκυβα πάνω απ'τα τραγούδια και φώτιζα τόσο δυνατό φως που όλα τα έβλεπα σκιές και ξεγελιόμουν.

Περπάταγα διαφορετικά τότε. Σαν να πλησίαζα κάτι.  Λές και πήγαινα κάπου.
Μίλαγα διαφορετικά τότε. Πιο λίγο. Πολύ πιο λίγο.
Και όταν μίλαγα, τρανταζόταν όλη μου η ανασφάλεια.

Προχωρούσα κρυφά μέσα από τους δρόμους.
Και ενώ ήμουν, φοβόμουν πως δεν θα με δούν.
και μέσα στο σκοτάδι περπάταγα -για να με δούν- αυτοί που έχουν μάθει να ξεχωρίζουν.

Μα κι αυτοί, κρύβονταν - και καμία θέληση να βγούν στο φως δεν είχαν.

Ετσι, τους άφησα εκεί.
Χαμένους για πάντα στις σκιές-με εξασθενημένα μάτια για καθοδήγηση.

Και η ζωή τα βράδια άλλαξε.
Δεν είχα όνειρα- ούτε φως να με τυφλώνει.

Αρχισα δειλά να μιλώ.
Άρχισα να σταματώ στο δρόμο μου, χωρίς να θέλω να προλάβω κάτι.
Βγήκα στους κεντρικούς δρόμους.

Και έτσι- όλοι σταμάτησαν να με βλέπουν-
καθώς σταμάτησα να ξεχωρίζω - μέσα απ'τις σκιές...




.κλεισμένη στην πόλη μου 

με όλα τα βλέφαρα ανοιχτά-

μεσα σε λάθη υπάρχω .



Όλος ο κόσμος κέλυφος

-κι εγώ-

 ανάποδα στραμμένη 

-τον κουβαλώ-

κλεισμένη στον εαυτό μου..




Δεν ξέρεις τί να πεις μέχρι τη στιγμή που πρέπει να μιλήσεις-
όπως δε σχεδιάζεις τη ζωή σου μέχρι την ώρα που χρειάζεται να αποφασίσεις.

Αυτό που ήθελα πάντα από μικρή είναι να παραμείνω ανεύθυνη.

Και αυτό το χρωστάω σε εμένα.

Γιατί γουστάρω τις μικρές  ρυτίδες γύρω από τα μάτια μου-

όσο γουστάρω ακόμη τα κόκκινα adidas μου και ένα παγωμένο ποτήρι ούζο ακούγοντας Μάρκο Βαμβακάρη.


Τί κάνεις?

Αναγνωρίζουμε τι φωνές μας. Ανάγνωρίζουμε την εικόνα μας.
Κι όμως ένα πρωϊ ξυπνάμε και κανείς δεν μας μοιάζει. Μόνοι ακόμη και μέσα από το είδωλό μας. 
Ανακατεύουμε τη μοίρα μας και πάντα κλέβουμε στο μοίρασμα.
Ισως αν το αφηνες να πάει μόνο του , όλα τώρα να ήταν σε άλλο φόντο.
Γιατί ετσι δεν υπάρχει συνέχεια. 
Ούτε στις εικόνες- Ούτε στη σκέψη.


Τόσο μικροί εμείς που είναι αστείο να μιλάς για θλίψη.
Ω...δε θα γίνω ποτέ μεγάλη.
Πάντα μικρή και ανόητη-χωρίς λόγια.
Σα βουβή ταινία- μέ γκριμάτσες και λάθη  θα σε κάνω γελάς..


older posts