μυρίζει η ψυχή θειάφι.
Τα παιδιά κοιμούνται κι εγώ στα κρυφά κλέβω μια ανάσα καπνού όπως όταν έκανα τα πρώτα μου τσιγάρα.
Ο μικρός κλαίει.
Το τσιγάρο μόνο του, στο αυτοσχέδιο τασάκι - αγχωμένα ελεύθερο- θυμάται τα όνειρα των χειλιών μου όταν έβγαινα με ορμή στη ζωή.
Είμαι παιδί- έφηβη -ζωντανή-
είμαι αυτή που φωνάζουν μαμά.
Το χθές μπλέκει το παρόν μου
ή εγώ είμαι το χθές και το σήμερα δεν μπορεί να με αφομοιώσει.