Πρωϊ,
σιωπηλά σκαλίζεις τα όνειρα
να τα κρατήσεις λίγο -
μες στην ομίχλη
να τα κρύψεις-
μήπως τα βρούν
και στα σκοτώσουν.

Κά νω προ σπά θει α να <<γράψω>>...
Του λόγου μου το αληθές, όταν διαβάζεις αυτές τις
[γραμμές
Θα 'ναι να 'χω πετάξει.
Στις αράδες μου μπλέκονται αγριοφράουλες και
[βατομουριές
χιλιόμετρα που πέφτουν επάνω μου δε μ' αφήνουν να
[προχωρήσω...
Αυτός ο κατακερματισμένος μανδύας, σκισμένος από
[αέρηδες
κι από βροχές, αυτός ο άσπρος σταλαγμίτης το σώμα μου
μπλέκεται μέσα στα ανυπόδετα πόδια μου, εκθέτει τη
[χωρίς
ανθρώπινη ανταπόκριση ψυχή μου.
Κάνω προσπάθεια να γράψω...
Οι δρόμοι της πολυαγαπημένης πόλης μου, φίδια τώρα
[τησ γνώσης
μου παραδώσανε της πόλης τα κλειδιά, με εκπαιδεύσανε
[με μάθανε
όσο με σφίγγουνε ν' ανοίγομαι, τώρα με σφίγγουνε,
[ανοίγω...
Τώρα σε λίγο δε θα μπορέσεις να με πιάσεις πια, αν
[μπορέσεις
κυνήγα με, δε θα με βρείς στους δρόμους της πια, με
[προφυλάνε
με κρύβουνε ανεβαίνω...
Σε λίγο αν κοιτάξεις λυπημένος το βράδυ στον ουρανό
[ψηλά
θα 'μαι ένα χαζό παιδικό άστρο που όλο θα πέφτω.
Ίσως κάνω λάθις που θέλω να γράψω για να κρατηθώ.
είναι ίσως γιατί νωμίζω πως δεν πρόλαβα να πώ
[Ευχαριστώ
κι αντί για πεφτάστρο που πρέπει να γίνω και να χαθώ
σαν άνθρωπος αντίθετα ακόμα να σκέφτομαι
και θέλω ρόδο αγάπης να γίνω... 